days
hours
minutes
seconds
New Year Flash Sale
Fluent by Summer 2026.

Πώς να προφέρετε τη λέξη 'context'

context

Noun
American
/ˈkɑːn.tɛkst/

ανάλυση συλλαβών

con text

Πώς τη λένε οι φυσικοί ομιλητές

British
/ˈkɒn.tɛkst/

ανάλυση συλλαβών

con text

Πώς τη λένε οι φυσικοί ομιλητές

Οδηγός Προφοράς στα Αμερικανικά

βήματα προφοράς

  • Ξεκινήστε με το 'con' με μακρύ ήχο 'ɑː'.

  • Προφέρετε το 't' ελαφρά, ακουστικά.

  • Ολοκληρώστε με το 'text', κάνοντας το 'tɛkst' σύντομο και καθαρό.

κοινά λάθη

  • κο-ντεχ-στ (con-text)

  • καν-τεχ-στ (con-text)

  • κάν-τεξ-τ (con-text)

Οδηγός Προφοράς στα Βρετανικά

βήματα προφοράς

  • same as American

κοινά λάθη

  • same as American

Συχνές ερωτήσεις

Γιατί το πρώτο φωνήεν ακούγεται διαφορετικά στα Αμερικάνικα και Βρετανικά;

Στα Αμερικάνικα, χρησιμοποιούμε το 'ɑː', ενώ στα Βρετανικά το 'ɒ' είναι πιο σύντομο και στρογγυλεμένο.

Πού βάζουμε την έμφαση στη λέξη;

Η έμφαση δίνεται στην πρώτη συλλαβή 'con'.

Υπάρχουν άλλα παρόμοια λάθη που κάνουν οι μαθητές;

Ναι, συχνά μπερδεύουν τη μακρά και βραχεία προφορά του 'o'.

ορισμός

context

Η περίσταση στην οποία συμβαίνει κάτι.

οικογένεια λέξεων

contextual

/kənˈtɛks.tʃu.əl/

adjective

Σχετικό με το πλαίσιο

Example: Contextual clues help.

contextualize

/kənˈtɛks.tʃu.ə.laɪz/

verb

Θέτω σε πλαίσιο

Example: Contextualize the information.

contextualization

/kənˌtɛks.tʃu.əl.aɪˈzeɪ.ʃən/

noun

Η πράξη της τοποθέτησης σε πλαίσιο

Example: Contextualization is important.

Βασικές Διαφορές Προφοράς

Η προσθήκη του '-ual' αλλάζει τον τονισμό στο 'contextual'.

Με την '-ize', υπάρχει άλλη μια συλλαβή που μεγαλώνει τη λέξη 'contextualize'.

Η 'contextualization' είναι μικρότερη στο '-ation' συνολικά.

Επαγγελματικές Συμβουλές

Σκυλίσιο 'ο'

Στα βρετανικά, το 'o' ακούγεται σαν το 'ο' στη λέξη σκύλος.

Άσκηση με καθρέφτη

Προφέρετε μπροστά σε καθρέφτη για να δείτε το στόμα σας. Θα σας βοηθήσει να διορθώσετε την κίνηση του στόματος.

Παραπλήσιες λέξεις

Δοκιμάστε την προφορά σας σε λέξεις που έχουν ηχητικές ομοιότητες με το 'context'.

advocacy

[ˈædvəkəsi]

alley

/ˈæ.li/

associate

/əˈsoʊʃiˌeɪt/

charitable

/ˈtʃær.ɪ.tə.bəl/

charity

/ˈtʃær.ɪ.ti/

citizen

/ˈsɪtɪzən/

city

/ˈsɪti/

civic

/ˈsɪvɪk/

Άλλες κατηγορίες

Δοκιμάστε την προφορά σας σε λέξεις από άλλες κατηγορίες.

adjoin

abroad

ability

agenda